Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Λόρενς Ντάρελ. Αλεξανδρινό Κουαρτέτο

Η αόρατη πόλη


ΛΟΡΕΝΣ ΝΤΑΡΕΛ: Αλεξανδρινό κουαρτέτο, εκδόσεις Μεταίχμιο, μτφρ. Μαριάννα Παπουτσοπούλου, σελ. 997
Η πόλη είχε δύο κέντρα βάρους -τον αληθή και τον μαγνητικό βορρά της φυσιογνωμίας της: κι ανάμεσά τους, η ιδιοσυγκρασία των κατοίκων της σπίθιζε άγρια σαν διαρροή ηλεκτρικής εκκένωσης      Τζαστίν
Όταν επανέρχεται κανείς αναγνωστικά σε ένα κείμενο καταξιωμένο γενικότερα, ας πούμε "κλασικό" -εάν σημαίνει πια κάτι αυτός ο ρευστός όσο και τετριμμένος τελικά όρος- επιχειρεί το αυτονόητο: να απαλλαγεί από το "άγχος της επίδρασης", για να χρησιμοποιήσω πολύ ελεύθερα και κατ' αναλογίαν όσα έλεγε ο Χάρολντ Μπλουμ για την "επιβαρυμένη" σχέση του προγονικού με τον επιγονικό συγγραφέα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει ο αναγνώστης να πάρει τις αποστάσεις που χρειάζονται από τη βαριά σκιά του έργου, ούτως ώστε η νέα πρόσληψή του να γίνει με τις όσο γίνεται πιο ελεύθερες, μη συμπλεγματικές προϋποθέσεις: το θέμα είναι, με άλλα λόγια, με ποιο τρόπο μπορεί να το αντιμετωπίσεις ανεπηρέαστα, νιώθοντας ότι η κριτική σου στάση θα πρέπει να είναι απαλλαγμένη από μια "αποδομητική" διάθεση. Γιατί είναι φυσικό κάθε αναγνώστης, φέρνοντας τον εαυτό του στη θέση του συγγραφέα ενός "άλλου" έργου (στην πραγματικότητα του "ίδιου" έργου) να αισθάνεται ανταγωνιστικά ως προς το συγγραφέα τού συγκεκριμένου κειμένου που διαβάζει.




Τα πράγματα περιπλέκονται ιδιαιτέρως σε περιπτώσεις επαναπροσέγγισης ενός βιβλίου, όταν υπάρχει συναισθηματική, ψυχολογικού τύπου πρόσδεση του αναγνώστη με αυτό. Το Αλεξανδρινό κουαρτέτο, είναι ένα καλό παράδειγμα για τον γράφοντα, που το θαύμασε κάποτε στην πρώτη επαφή μαζί του. Σήμερα, μετά από χρόνια, ίσως δεν έχουν αλλάξει οι συνθήκες επικοινωνίας μας, μπορεί να είναι ίδια τα στίγματα αμφοτέρων των πλευρών: το δικό μου και του μυθιστορήματος. Μπορεί εγώ να μην "ωρίμασα" ακόμα, να μην διαφοροποιήθηκα εν σχέσει προς το χθες και το βιβλίο να παραμένει ως είχε... Αν και δεν μπορώ να δηλώσω μη ανταγωνιστικός εντελώς, όπως συμβαίνει με ένα παιδί που μεγαλώνει και δεν έχει απαλλαγεί από τον Πατέρα. Παρ' όλ' αυτά, απέναντι στο έργο του Ντάρελ θέλω να πιστεύω ότι σε ένα πρώτο επίπεδο είμαι αμετακίνητος. Δεν αποκλείω το βαρυσήμαντο αυτό κείμενο να απέκτησε ρυτίδες κι εγώ να μη τις βλέπω ερήμην της πραγματικότητος. Ερευνητέον...
Το Κουαρτέτο με είχε επηρεάσει πολύ στην εφηβεία μου, και όπως υπαινίχθηκα δύσκολα θα δεχθώ π.χ. ότι είναι φοβερά εγκεφαλικός, πεποιημένος ο λόγος των γυναικών στις σελίδες του. Όταν μιλάει η Τζαστίν, και όχι μόνο, για τον έρωτα, την προσωπικότητά της και το υπαρξιακό, είναι σαν να διαβάζεις δοκίμιο... Ακόμα και κάποια φραστικά μικροπαραπτώματα της εξαιρετικής μετάφρασης της κ. Μαριάννας Παπουτσοπούλου, η οποία είχε τη δύσκολη αποστολή να αντιπαρατεθεί με τη δοκιμασμένη, αν και κάπως παλαιομοδίτικη απόδοση του Αιμίλιου Χουρμούζιου, δεν επιχειρώ να τα επιτονίσω, δέσμιος ακόμα των θελγήτρων του μυθιστορήματος.
Κάνοντας αυτές τις παρατηρήσεις (δηλωτικές κατά βάθος μιας αμφιθυμίας), καταλαβαίνω ότι εξακολουθώ να ανταγωνίζομαι το βιβλίο, προσπαθώντας να συρρικνώσω μέσα μου τη γοητεία μιας γραφής, η οποία, ακόμα και τώρα, θέλω ειλικρινά να πιστεύω ότι, αποπνέει το σπάνιο άρωμα του μυθικού μέσα στο μυστηριακό ενός άγνωστου κόσμου και των πολλαπλών ειδώλων άπειρων κατόπτρων.
Το Κουαρτέτο του Λόρενς Ντάρελ (1912-1990), λοιπόν, μεταδίδει την ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα ενός μυθιστορήματος "απόκρυφου" και διανοητικού ταυτόχρονα, όμως ερωτικού, γήινα σωματικού. Αυτός ο συνδυασμός, του στοχαστικού και σκοτεινά μαγικού με υλικές γεύσεις και αρώματα ενός κόσμου (του αλεξανδρινού στα μέσα του περασμένου αιώνα) με φυλετικές διασταυρώσεις, υπόγεια ζωή και πνευματικές εγχαράξεις, που με τόση γλαφυρότητα ανέδειξε ο, συχνότατα αναφερόμενος στο βιβλίο, Κ. Π. Καβάφης, συνθέτει ένα απίστευτο φρέσκο. Και για να είναι κανείς ψύχραιμος απέναντι στην τριλογία του Στρατή Τσίρκα (τις Ακυβέρνητες πολιτείες), που γράφτηκε λίγο μετά το έργο του Ντάρελ, στα τέλη της δεκαετίας του '50, αξίζει να σημειώσω ότι αυτή έρχεται χωρίς συμπλέγματα, να πάρει μια απαιτητική θέση δίπλα στο Κουαρτέτο, συμπληρώνοντας το απόλυτο δίπτυχο: δηλαδή ό,τι καλύτερο μας έχει προσφέρει η αφήγηση στον 20ό αιώνα για την Αλεξάνδρεια.
Γιατί, βέβαια, όπως έχει κατ' επανάληψιν ειπωθεί, τα δύο αυτά μυθιστορήματα αναφέρονται σε μια πόλη: αυτή είναι η ουσιαστική πρωταγωνίστρια. Πρόκειται για τον ανθρωπομορφισμό ενός χώρου: μιας γεωγραφίας-συμβόλου της ανθρώπινης πολλαπλότητας, της σκοτεινότητας και της διαύγειας, του μείζονος και του χθαμαλού, της συνάντησης τελικά των αντιθέτων, τα οποία παράγουν τα πιο γευστικά δηλητήρια, οδηγώντας την ίδια στιγμή στις πιο διαφορετικές, αλλά το ίδιο αποδεκτές, οπτικές της πραγματικότητας.
Εάν ο Τσίρκας μεταγγίζει τον εξωτερικό κόσμο τον κοινωνικό/πολιτικό παράγοντα στην άυλη σκηνή των πραγμάτων και τα μορφοποιεί συγκεκριμένα, σε κάποιο βαθμό (θα 'ταν άδικο, όμως, να μιλήσουμε για προγραμματική σχηματοποίηση, κάθε άλλο: γι' αυτό κερδίζει το προσωπικό του στοίχημα), ο Ντάρελ ακολουθεί μια εντελώς αντίθετη διαδικασία. Εκκινεί από τις "ανθρώπινες στιγμές", τις οποίες αντιμετωπίζει ως πραγματικότητα, όπως θα έλεγε και ο Γκαστόν Μπασελάρ, ως οντολογία του χρόνου. Ενός χρόνου του οποίου η διάρκεια επινοείται από τη συνείδηση και προσπάθειά της είναι να διαφυλάξει και να συνεχίσει την ενότητα του όντος. Όμως, η παρουσία της "άφθαρτης", "αχειροποιήτου", καβαφικής, πόλης είναι εκείνη που αναγκάζει τη συνείδηση να λειτουργήσει έτσι. Η "αόρατη" πόλη (για να θυμηθούμε ελεύθερα τον Καλβίνο) είναι το απόλυτο εκμαγείο μέσα στο οποίο ο Ντάρελ δίνει υπόσταση σε όσα το φαντασιακό τον βοηθά να συμπληρώσει ή να γεννήσει. Ο χώρος αντιπροσωπεύει για το συγγραφέα την έννοια του αμετάβλητου και σταθερού, αλλά η παράξενη ακτινοβολία του επιτρέπει στο βλέμμα να μετακινείται τρελά μέσα στο χρόνο. Γιατί είναι αυτό το, ευώδες και ερεβώδες, παλίμψηστο της πόλης, που προκαλεί αυτή τη διαταραχή, που καταβυθίζει και αναβιβάζει τις αισθήσεις και το πνεύμα.
Το Αλεξανδρινό κουαρτέτο θεωρείται "μείζον" μυθιστόρημα, για τις πολλαπλές νοητικές προοπτικές και τις αιφνίδιες συναισθηματικές αποχρώσεις που προσφέρει. Είναι ένα έργο "μύησης" σε έναν "ιδεώδη" τρόπο ζωής και σκέψης (η Καμπάλα είναι συνεχώς παρούσα). Ο Ντάρελ που αναζητούσε, όπως ο Χένρι Μίλλερ, έναν ιδανικό τόπο εσωτερικής πνοής και έκφρασης, όταν τον απογοήτευσε η μεταπολεμική, κάποτε γοητευτική Ελλάδα, "ανακάλυψε" την Αλεξάνδρεια. Σ' αυτή την πόλη κατόρθωσε να κάνει το πιο αποκαλυπτικό ταξίδι αυτογνωσίας στη διερεύνηση των δυνατοτήτων της γραφής του, καθώς αναζήτησε βαθύτερα νοήματα στα σύμβολά της: σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, με τις άπειρες, ονειρικές εκδοχές της, μέσα από τις οποίες ρυμοτομείται ο χώρος και ξεπηδούν οι ποικίλοι χαρακτήρες, οι ήρωες του έργου. Εκτός από την Τζαστίν, τον Μπαλτάζαρ, τον Μαουντόλιβ και την Κλέα, που δίνουν το όνομά τους στα τέσσερα μέρη του έργου, κυκλοφορούν στις σελίδες πλείστα όσα άλλα σύνθετα πρόσωπα, εμβληματικά πια στην ιστορία της σύγχρονης μυθιστοριογραφίας.
Ο Ντάρελ, δεν απορρίπτει τον μοντερνισμό της εποχής του. Μπορεί να μην υιοθετεί απολύτως τη τζοϋσική άποψη (ή ακόμα κι αυτήν της νουβό-ρομάν ) σχετικά με τη "ροή της συνείδησης" όσον αφορά την αφήγηση, αλλά η γραφή του δεν χρησιμοποιεί το χρόνο μονοσήμαντα. Το βλέμμα παλλινωδεί, δίνοντας την πρωτοκαθεδρία στα παιχνίδια της μνήμης, με έναν τρόπο, όμως, "ήπιο" δομικά. Θα έλεγα ότι θυμίζει Προυστ η συγγραφική πρόθεση να επαναβιώσει όπως ο γάλλος συγγραφέας όσα του είχαν προσφέρει ως εξωτερική και εσωτερική γεωγραφία οι "τόποι" του παρελθόντος του. Γι' αυτό η ατμόσφαιρα της Αλεξάνδρειας ανασυντίθεται με ομιλούντα χρώματα και απίθανες επιγεύσεις των χώρων και των αισθημάτων ενός κόσμου μιας υποβλητικής σχετικότητας. Το "πολυπρισματικό" των ιδεών, χαρακτήρων και συγκρούσεων (που έχει την αφετηρία του στη θεωρία του Αϊνστάιν), αντανακλά μια πόλη σε ηδονιστική παραφορά, απότοκη της συνείδησης μιας παρακμής, ενός παρόντος που βιώνεται με μια οριακή αγωνία, αίσθηση της ερήμωσης, της καταστροφής και της απιστίας. Ειδικά αυτή η συνεχής αλλαγή ερωτικού αντικειμένου, με τη γενικότερη έννοια, κάποιες στιγμές γίνεται το κέντρο βάρους της αφήγησης: η "υποκρισία" είναι η κινούμενη άμμος, το αενάως μεταμορφούμενο σκηνικό, το οποίο ορίζει τα πάντα, τα οποία πρέπει να καταγραφούν με λυρισμό σαν να περιγράφουν ένα όνειρο (το "αλεξανδρινό", ούτως ειπείν). Η πόλη του Ντάρελ, χτισμένη στις όχθες του Νείλου, είναι φαντασιακή, και έχει έναν εκπληκτικό τρόπο να πείθει για το άπειρο της ανθρώπινης φύσης. Η Αλεξάνδρεια μεταγγίζει στους ήρωες τη σχετικότητα και την πολυμορφία της: όλοι γεωμετρούνται με βάση αυτή την άπιαστη και ανομολόγητη, τελικά, τοπιογραφία.
Ο Λόρενς Ντάρελ ανήκει στους μοντέρνους, κοσμοπολίτες συγγραφείς-"φωτογράφους" ενός κόσμου που χάθηκε: ήταν από τους τελευταίους μάρτυρες ενός εξωτερικού τοπίου δεκτικού σε ανακαλύψεις, λίγο πριν οι σύγχρονοι ομότεχνοί του αρχίσουν να επιχειρούν τις (επαν)ανακαλύψεις τους σε γνωστά τοπία, ελλείψει των αγνώστων, "εξωτικών".


 Τάσος Γουδέλης  Η Αυγή 21/3/2010


Δεν υπάρχουν σχόλια:

 
Copyright 2020, MyLovelyLibrary